«Τους πέταξαν τα πράγματα στη θάλασσα» — Σοβαρές καταγγελίες για οπαδική βία ανηλίκων στο Μεσολόγγι
Σοβαρό προβληματισμό προκαλούν οι καταγγελίες για περιστατικό με χαρακτηριστικά οπαδικής βίας που φέρεται να σημειώθηκε στο Μεσολόγγι, με θύματα δύο ανήλικους. Το περιστατικό, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, σταμάτησε χάρη στην παρέμβαση πολιτών, ενώ ερωτήματα προκαλεί και η διαχείριση που ακολούθησε.
Όταν η αθλητική βία βρίσκει χώρο, η ευθύνη δεν μπορεί να κρύβεται
Σύμφωνα με πληροφορίες, ομάδα ατόμων φέρεται να προσέγγισε δύο ανήλικους, να τους εκφόβισε και να προχώρησε σε πράξεις εξευτελισμού, πετώντας προσωπικά τους αντικείμενα — παπούτσια, κινητά τηλέφωνα και άλλα πράγματα — στη θάλασσα, στην περιοχή του λιμανιού.
Το περιστατικό, όπως αναφέρεται, σταμάτησε χάρη στην παρέμβαση περαστικών πολιτών, οι οποίοι αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και αντέδρασαν. Και αυτό από μόνο του δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό. Διότι σε μια ευνομούμενη κοινωνία δεν μπορεί η προστασία ανηλίκων και η αποτροπή ενός επεισοδίου να εξαρτάται από την τύχη ή από την αντίδραση απλών πολιτών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι οι φερόμενοι δράστες, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, κατευθύνθηκαν στη συνέχεια προς χώρο αθλητικής εγκατάστασης, όπου εκείνη την ημέρα υπήρχε αθλητική διοργάνωση.
Οι ανήλικοι, μαζί με τους γονείς τους, φέρεται να προσπάθησαν να υποδείξουν τα άτομα που εμπλέκονταν στο περιστατικό, όμως η απάντηση που φέρεται να έλαβαν ήταν ότι «δεν μπαίνει κανείς μέσα» και ότι θα έπρεπε πρώτα να μεταβούν για την υποβολή μήνυσης.
Αν πράγματι τα παραπάνω ισχύουν, τότε το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο περιστατικό. Το πρόβλημα βρίσκεται και στη νοοτροπία διαχείρισής του.
Διότι άλλο πράγμα είναι η τυπική ποινική διαδικασία και άλλο η άμεση αντιμετώπιση ενός συμβάντος που αφορά ανήλικους, φόβο, εξευτελισμό, πιθανή οπαδική βία και δημόσια τάξη.
Η προτροπή «πηγαίνετε να κάνετε μήνυση» δεν μπορεί να αποτελεί την πρώτη και μοναδική απάντηση όταν οι εμπλεκόμενοι φέρονται να βρίσκονται ακόμη κοντά και μπορούν να υποδειχθούν άμεσα.
Η μήνυση είναι δικαίωμα και διαδικασία. Δεν είναι όμως υποκατάστατο της άμεσης επέμβασης.
Η καταγραφή ενός περιστατικού δεν αρκεί όταν υπάρχει δυνατότητα άμεσης διαχείρισης.
Και η προστασία ανηλίκων δεν μπορεί να μετατίθεται για αργότερα.
Το ερώτημα είναι σκληρό αλλά αναπόφευκτο: έπρεπε να χυθεί αίμα για να θεωρηθεί το περιστατικό σοβαρό; Έπρεπε να υπάρξει τραυματισμός ή κάτι ακόμη χειρότερο για να υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση; Πόσο κοντά πρέπει να φτάσει μια κατάσταση στην τραγωδία για να πάψει να υποβαθμίζεται;
Η αθλητική βία δεν ξεκινά πάντα με μαχαίρια, βαριές σωματικές βλάβες ή οργανωμένες συμπλοκές. Ξεκινά πολλές φορές με εκφοβισμό, ταπείνωση, αριθμητική υπεροχή απέναντι σε πιο αδύναμους, με την αίσθηση ότι κάποιοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς άμεση συνέπεια. Και όταν αυτό αφορά ανήλικους, η βαρύτητα είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Εδώ ακριβώς κρίνεται η πρόληψη. Όχι μετά. Όχι όταν τα πράγματα ξεφύγουν. Όχι όταν θα χρειάζεται πλέον να μιλάμε για θύματα.
Η πρόληψη κρίνεται στη στιγμή που πρέπει κάποιος να επέμβει, να αποτρέψει, να προστατεύσει και να δώσει σαφές μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές.
Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα: την αίσθηση ότι η καθημερινή αστυνόμευση στην πόλη αποδυναμώνεται.
Την ώρα που ενισχύονται υπηρεσίες εκτός αστικού ιστού, την ώρα που αποδυναμώνονται οι υπηρεσίες της Διεύθυνσης για να ενισχυθούν τα γραφεία, η ίδια η πόλη μένει συχνά χωρίς την ουσιαστική αστυνομική παρουσία που χρειάζεται.
Και όταν δημιουργείται κενό στην καθημερινή αστυνόμευση, το κενό αυτό δεν μένει χωρίς συνέπειες. Το καλύπτουν η αυθαιρεσία, ο φόβος και η αίσθηση ατιμωρησίας.
Οι πολίτες βλέπουν, βιώνουν και αντιλαμβάνονται πολύ καλά πότε υπάρχει πραγματική παρουσία στον δρόμο και πότε η ασφάλειά τους περιορίζεται σε υπηρεσιακές διαβεβαιώσεις.
Διότι, δυστυχώς, πολλές φορές η ευθύνη αναζητείται μόνο μετά το κακό. Όταν όμως ένα περιστατικό έχει ήδη καταγγελθεί, όταν υπάρχουν μαρτυρίες, όταν υπάρχουν ανήλικοι, όταν υπάρχουν γονείς που ζητούν άμεση συνδρομή, τότε κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπήρχε εικόνα.
Η ευθύνη των διοικούντων δεν είναι να εξηγούν εκ των υστέρων γιατί δεν έγινε κάτι. Είναι να έχουν φροντίσει ώστε να μη φτάσουμε στο σημείο να θρηνήσουμε συνέπειες.
Είναι να αντιλαμβάνονται πότε ένα περιστατικό δεν είναι «απλό», πότε δεν πρέπει να υποβαθμίζεται και πότε απαιτεί άμεση και ουσιαστική αντίδραση.
Η ασφάλεια των πολιτών και ιδιαίτερα των ανηλίκων δεν μπορεί να περιμένει. Δεν είναι υπόθεση τύχης, ούτε υπόθεση περαστικών. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας και ευθύνη όσων έχουν την αρμοδιότητα να τη διασφαλίζουν.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments