Στο στόχαστρο οι αστυνομικοί που μιλούν – Μετακινήσεις και διώξεις αντί για απαντήσεις
Ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα που αφορά τη λειτουργία της Ελληνικής Αστυνομίας έρχεται ξανά στην επιφάνεια, με αφορμή πρόσφατη καταγγελία που δημοσιοποίησε το L&O, σχετικά με τη διαχείριση χρηματικού bonus και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν.
Πίσω από τη συγκεκριμένη υπόθεση, ωστόσο, αναδεικνύεται ένα ευρύτερο μοτίβο: αστυνομικοί που τολμούν να ζητήσουν εξηγήσεις ή να εκφράσουν διαμαρτυρίες, βρίσκονται αντιμέτωποι με πειθαρχικές διώξεις, αιφνίδιες μετακινήσεις και υπηρεσιακές πιέσεις.
Η υπόθεση των 84.000 ευρώ και οι «ανεπιθύμητες» ερωτήσεις
Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε το L&O, bonus ύψους 84.000 ευρώ φέρεται να διανεμήθηκε επιλεκτικά σε περιορισμένο αριθμό στελεχών συγκεκριμένης υπηρεσίας. Όταν μέρος του προσωπικού ζήτησε ενημέρωση για τα κριτήρια επιλογής, η απάντηση –όπως καταγγέλλεται– δεν ήταν η διαφάνεια, αλλά η πειθαρχική δίωξη.
Μάλιστα, εργαζόμενοι που υπέβαλαν σχετική αίτηση, φέρονται να βρέθηκαν αντιμέτωποι με μετακινήσεις σε άλλες υπηρεσίες, παρά την πολυετή εμπειρία και εξειδίκευσή τους.
Η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά –όπως επισημαίνουν πηγές από το εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ.– εντάσσεται σε μια ευρύτερη πρακτική διαχείρισης της “εσωτερικής διαφωνίας”.
Μεταθέσεις ως εργαλείο πίεσης
Η μετάθεση και η απόσπαση, αν και αποτελούν θεσμικά εργαλεία διοίκησης, φαίνεται πως σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ως μέσο πίεσης ή και “παραδειγματισμού”.
Αστυνομικοί που εκφράζουν διαφωνίες για υπηρεσιακά ζητήματα –είτε πρόκειται για οικονομικά θέματα, είτε για συνθήκες εργασίας– συχνά βλέπουν να αλλάζει αιφνιδιαστικά η υπηρεσιακή τους κατάσταση.
Οι μετακινήσεις αυτές, σύμφωνα με καταγγελίες, δεν συνοδεύονται πάντα από σαφή αιτιολόγηση, ενώ πολλές φορές αγνοούν την εμπειρία, τα προσόντα και τις ανάγκες των ίδιων των υπηρεσιών.
Ένα σώμα χωρίς “διέξοδο” διαμαρτυρίας
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι –όπως καταγγέλλεται– οι αστυνομικοί δεν διαθέτουν πλέον ουσιαστικά κανάλια έκφρασης.
Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, σημαντικό μέρος του συνδικαλιστικού χώρου κατηγορείται ότι διατηρεί στενές σχέσεις με τις διοικήσεις, γεγονός που περιορίζει την ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα της εκπροσώπησης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, γίνεται λόγος ακόμη και για έμμεσες πιέσεις προς το προσωπικό, με φόντο εκλογικές διαδικασίες συνδικαλιστικών οργάνων, όπου –όπως υποστηρίζεται– η συμμετοχή δεν είναι πάντα απολύτως “ελεύθερη”.
Σιωπή ή συνέπειες;
Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος όπου η διατύπωση ερωτήσεων ή η διεκδίκηση διαφάνειας μπορεί να εκληφθεί ως “ανεπιθύμητη στάση”.
Η υπόθεση που ανέδειξε το L&O επαναφέρει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα:
- Πόσο προστατευμένοι είναι οι αστυνομικοί όταν ζητούν διαφάνεια;
- Υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου εντός του Σώματος;
- Και τελικά, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια υπηρεσία όταν η εσωτερική κριτική αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα;
Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς δοκιμάζεται, η διασφάλιση της διαφάνειας και της δίκαιης μεταχείρισης στο εσωτερικό των Σωμάτων Ασφαλείας καθίσταται κρίσιμη.
Γιατί όταν οι ίδιοι οι αστυνομικοί αισθάνονται ότι δεν μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα, το ζήτημα παύει να είναι εσωτερικό – και μετατρέπεται σε θέμα δημοκρατίας.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments