Καταγγελίες για «χτίσιμο» υποθέσεων από τους Αδιάφθορους της ΕΛΑΣ
Σε τρεις δικογραφίες καταγράφονται ενδείξεις για αμφιλεγόμενες μεθόδους κατά την περίοδο διοίκησης του Παναγιώτη Πούπουζα.
Βασισμένο στα στοιχεία τριών διαφορετικών ποινικών δικογραφιών, το Documento φέρνει στο φως ενδείξεις που «δείχνουν» αμφιλεγόμενες μεθόδους της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ κατά την περίοδο διοίκησης του νυν Α΄ υπαρχηγού Παναγιώτη Πούπουζα. Η αποκάλυψη σκιαγραφεί ένα ζοφερό τοπίο όπου παράνομες ανακριτικές πράξεις και «φυτεμένα» στοιχεία φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν ως δομικά υλικά για το χτίσιμο υποθέσεων οι οποίες στη συνέχεια «εξαργυρώθηκαν» σε υπηρεσιακή ανέλιξη και γαλόνια.
Η πρώτη περίπτωση αφορά τις υποκλαπείσες συνομιλίες του δικτύου Sky ECC, μια υπόθεση που εκδικάζεται πλέον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθήνας με βασικό κατηγορούμενο ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Δίωξης Ναρκωτικών, το οποίο μαζί με άλλους αστυνομικούς και πρόσωπα με βαρύ ποινικό μητρώο φέρεται να εμπλέκεται σε ένα πλέγμα μεθοδεύσεων που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα των διαδικασιών. Οπως καταγγέλλεται από συνήγορο συγκατηγορουμένου των αστυνομικών, η ταυτοποίηση του εντολέα του ως εμπλεκομένου προέκυψε κυρίως από στοιχείο που «φύτεψαν» οι αστυνομικοί που διενήργησαν την προκαταρκτική έρευνα.
Η δεύτερη υπόθεση έχει καταλήξει να είναι ένα δικονομικό θρίλερ, με παρεμβάσεις που αποκαλύπτουν τη δομή ενός βαθιά διεφθαρμένου συστήματος εξουσίας, καθώς τρία και πλέον χρόνια μετά την αρχική καταγγελία βρισκόμαστε ακόμα εν αναμονή της εισαγγελικής πρότασης που θα κρίνει αν ο άλλοτε αρχηγός της ΕΛΑΣ Μιχάλης Καραμαλάκης, έτερα στελέχη του Σώματος μαζί με τον γιο του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη Τάκη Θεοδωρικάκου φτάσουν εντέλει στο εδώλιο. Μεταξύ άλλων τα αδικήματα που τους αποδίδονται αφορούν σοβαρή παράβαση καθήκοντος των στελεχών της ΕΛΑΣ ώστε να συγκαλυφθεί υπόθεση μικροποσότητας ναρκωτικών στην οποία εμπλέκονταν ο υπουργικός γόνος και η παρέα του.
Τέλος, ακόμη μία υπόθεση η οποία αφορά συλλήψεις προσώπων που φέρεται να απάρτιζαν κύκλωμα διαφθοράς στην Πολεοδομία της Ρόδου αποδεικνύει την επιλεκτική χρήση καταγγελιών από τους Αδιάφθορους. Ενώ η «επιτυχία» της εξάρθρωσης του κυκλώματος βασίστηκε σε μια βολική ανώνυμη καταγγελία που εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός, αποκαλύπτεται ότι έναν χρόνο πριν είχε αγνοηθεί επιδεικτικά μια επώνυμη και βαρυσήμαντη καταγγελία απόστρατου υποστρατήγου της ΕΛΑΣ για την ίδια «αμαρτωλή» υπηρεσία.
Οι παραπάνω τρεις υποθέσεις ολοκληρώνουν το παζλ μιας περιόδου κατά την οποία η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων φέρεται να διολίσθησε από τον ρόλο του διώκτη της διαφθοράς σε εκείνον του αρχιτέκτονα δικονομικών μεθοδεύσεων.
Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά…
Sky ECC: Ψηφιακή «αλχημεία»
Η υπόθεση Sky ECC ξεκίνησε διεθνώς ως η μεγαλύτερη επιτυχία κατά του οργανωμένου εγκλήματος, βασισμένη στην υποκλοπή εκατομμυρίων κρυπτογραφημένων μηνυμάτων από τις γαλλικές, ολλανδικές και βελγικές αρχές. Στην Ελλάδα ωστόσο η μεταφορά αυτών των δεδομένων σε κάποιες «εγχώριες» δικογραφίες καταγγέλλεται ότι πέρασε από ένα σκοτεινό εργαστήριο «δημιουργικής ανακριτικής». Το κεντρικό ερώτημα που πλέον ταλανίζει τη Δικαιοσύνη δεν είναι μόνο αν υπήρξαν παράνομες πράξεις από τους κατηγορούμενους, αλλά πώς οι ελληνικές αρχές «βάφτισαν» τα ψηφιακά ίχνη με ονοματεπώνυμα όταν τα πρωτογενή δεδομένα παρέμεναν πεισματικά ανώνυμα.
Στην περίπτωση της υπόθεσης που εκδικάζεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων οι αποκαλύψεις από την τελευταία δικάσιμο περιγράφουν μια δραματική τροπή. Δύο αξιωματικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, ο ανθυπαστυνόμος Σπ. Λ. και αστυνόμος Β΄ Φ. Κ., φέρονται να «ενορχήστρωσαν» μια κυκλική διαδικασία ταυτοποίησης στοιχείων του κατηγορούμενου Σ.Π. Ο τελευταίος είναι έγκλειστος, καθώς το 2020 είχε συμμετοχή στην υπόθεση με τον 1,2 τόνο κοκαΐνης στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Σήμερα κατηγορείται ως στέλεχος ενός διεθνούς κυκλώματος εμπορίας ναρκωτικών, με τη δικογραφία να είναι βασισμένη εξ ολοκλήρου σε δεδομένα συνομιλιών όπως αυτά έχουν σταλεί από τη Europol στις ελληνικές αρχές.
Η μεθοδολογία των αστυνομικών που χειρίστηκαν την προκαταρκτική έρευνα εμφανίζεται να είναι απλή όσο και σοκαριστική. Οπως αποκαλύφθηκε στην τελευταία δικάσιμο της υπόθεσης, χρησιμοποίησαν έναν υφιστάμενό τους, τον αστυνομικό Ν. Γ., ως όχημα για να εισαγάγουν στη δικογραφία μια πληροφορία που οι ίδιοι είχαν ήδη «κατασκευάσει», γεγονός το οποίο η έδρα του δικαστηρίου είχε διαπιστώσει ήδη από την πρώτη στιγμή. Αντί για αμερόληπτη έρευνα που θα οδηγούσε στην ταυτοποίηση ενός κωδικού PIN, οι αξιωματικοί φέρονται να «προϊδέασαν» τον συνάδελφό τους, ενημερώνοντάς τον ρητά πως υπάρχει μήνυμα που ταυτοποιεί το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου.
Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ο αστυνομικός Ν. Γ. κατέθεσε ότι οι ανώτεροί του τον ενημέρωσαν για την ύπαρξη του επίμαχου μηνύματος και του ζήτησαν να μάθει απλώς αν υπάρχει φυσικό πρόσωπο με τα στοιχεία Σ.Π. Εν συνεχεία επιβεβαίωσε την ύπαρξη του προσώπου και έδωσε ένορκη κατάθεση στις 5 Νοεμβρίου 2024 στους ίδιους τους αστυνομικούς που τον καθοδήγησαν, «σφραγίζοντας» έτσι την ταυτοποίηση. Πρόκειται για διαδικασία που αποσκοπούσε στο να προσδώσει νομικό κύρος σε ένα στοιχείο που δεν υπήρχε στα πρωτογενή δεδομένα. Ενώ η επίσημη έκθεση της ΕΛΑΣ παρουσιάζει το όνομα Σ.Π. ως μέρος του κρυπτογραφημένου μηνύματος της 15ης Σεπτεμβρίου 2020, τα αυθεντικά αρχεία Εxcel και CSV που εστάλησαν από τη Γαλλία εμφανίζουν μόνο έναν ανώνυμο κωδικό χρήστη. Το «τέχνασμα» της χρησιμοποίησης ενός τρίτου προσώπου για την ένορκη βεβαίωση ενός αλλοιωμένου στοιχείου ήταν αυτό που οδήγησε τελικά τον Σ.Π. στο εδώλιο, σύμφωνα με τη γραμμή υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Για τον χειρισμό η πλευρά του Σ.Π. έχει καταθέσει μηνυτήρια αναφορά κατά των τριών αστυνομικών, η οποία βρίσκεται σε προκαταρκτική έρευνα.
Υπόθεση υιού Θεοδωρικάκου
Αν στην υπόθεση Sky ECC το ζητούμενο ήταν η ταυτοποίηση που οδήγησε «βάσει αδιάσειστων στοιχείων» στην ποινική δίωξη συγκεκριμένου προσώπου, στην υπόθεση που αφορά τον υιό του πρώην υπουργού Προστασίας του Πολίτη η μεθοδολογία φαίνεται να αντιστρέφεται: το ζητούμενο εδώ ήταν η κατασκευή της αθωότητας και η αρχειοθέτηση μιας ενοχλητικής καταγγελίας. Η υπόθεση που έφερε στο φως πρώην αξιωματικός της ΕΛΑΣ λειτούργησε ως μια αποκαλυπτική ακτινογραφία του τρόπου με τον οποίο η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό συγκάλυψης για υψηλόβαθμα στελέχη και πολιτικά πρόσωπα.
Το βασικό εργαλείο σε αυτήν τη δικογραφία ήταν οι «στοχευμένες ανακρίσεις». Σύμφωνα με την καταγγελία, οι ανακριτικοί υπάλληλοι της υπηρεσίας δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση των εισαγγελικών εντολών, αλλά πήραν την πρωτοβουλία να «καθοδηγήσουν» το αποτέλεσμα.
Η «μάχη» των στρατηγών
Στις 25 Ιανουαρίου 2023 αξιωματικός της ΕΛΑΣ καταγγέλλει στον τότε διοικητή της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Ηλία Κοσσυβάκη υπόθεση συγκάλυψης της σύλληψης του υιού Θεοδωρικάκου και της παρέας του για μικροποσότητα ναρκωτικών. Σε διάστημα μικρότερο της μίας εβδομάδας ο Ηλ. Κοσσυβάκης απομακρύνεται από τη θέση του και αντικαθίσταται από τον τότε αντιστράτηγο Π. Πούπουζα.
Την 1η Φεβρουαρίου 2023 ο Π. Πούπουζας διαβιβάζει στην εισαγγελία και την εποπτεύουσα εισαγγελέα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί έως εκείνη τη στιγμή. Αργότερα την ίδια ημέρα ο Π. Πούπουζας αποστέλλει συμπληρωματικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του επόπτη αστυνομικού Φ.Μ. και των τεσσάρων μελών της ομάδας ΔΙΑΣ που συμμετείχαν στο συμβάν που φέρεται να συγκαλύφθηκε. Τα στοιχεία αυτά συνοδεύονται από επισημειωματική εντολή της εποπτεύουσας εισαγγελέα, η οποία αναφέρει: «Σας διαβιβάζουμε και προανακριτικό υλικό το οποίο ετέθη υπ’ όψιν μας σήμερα 1η Φεβρουαρίου του 2023 από την ΥΕΥΣΑ καθόσον ουδεμία υφίσταται αρμοδιότητα της υπηρεσίας μας για την επεξεργασία της από 25-1-2023 καταγγελίας του απόστρατου αστυνομικού και τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης».
Στις 14 Μαρτίου 2023 ο εισαγγελέας Ιωάννης Σέβης παραγγέλλει προκαταρκτική έρευνα για παράβαση καθήκοντος και ηθική αυτουργία σε αυτήν. Μεταξύ άλλων ζητάει ξεκάθαρα και μόνο «να προσδιοριστούν τα καθήκοντα του Διευθυντή της Αμεσης Δράσης».
Στις 22 Μαΐου 2023, αντίθετα από την παραγγελία Σέβη, εμφανίζεται ο διάδοχος στην Αμεση Δράση του αξιωματικού που κατήγγειλε την υπόθεση, Διονύσης Κ., και άνευ κλήτευσης «βαφτίζεται» μάρτυρας και καταθέτει εν ολίγοις ότι ουδέν ποινικά κολάσιμο είχε εντοπιστεί στην παρέα των τεσσάρων νεαρών.
Στις 5 Απριλίου 2024 ο εισαγγελέας Ι. Σέβης διαβιβάζει την αναφορά του στην Εισαγγελία Εφετών, ζητώντας πλήρη αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Πιέρρος στις 20 Μαΐου 2024 παραγγέλλει στον Ι. Σέβη συμπληρωματική προκαταρκτική εξέταση, τονίζοντας ότι πρέπει να ερευνηθούν οι πράξεις: «Προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών προς ιδία χρήση από κοινού» σε βάρος των τεσσάρων νεαρών, «υπόθαλψης εγκληματία από κοινού κατά συρροή άλλως της παράβασης καθήκοντος» σε βάρος των αστυνομικών που επιλήφθηκαν της έρευνας, «ηθικής αυτουργίας» στην παράβαση καθήκοντος των αστυνομικών της ΔΙΑΣ για τους Δόσχορη και Καραμαλάκη, αλλά και «παράνομης βίας» σε βάρος του πρώην αρχηγού της ΕΛΑΣ. Ζητά να «ληφθούν ανωμοτί εξηγήσεις των ανωτέρω προσώπων». Ταυτόχρονα, όλες οι καταθέσεις που έχουν δοθεί βγαίνουν εκτός δικογραφίας, καθώς όλοι πλέον θεωρούνται ύποπτοι.
Τον Αύγουστο του 2024 ο Γιάγκος Λαμπίρης, πληρεξούσιος δικηγόρος του καταγγέλλοντος αξιωματικού, καταθέτει αναφορά στην προϊσταμένη της Εισαγγελίας Εφετών. Με την αναφορά αυτή αιτείται τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για «διερεύνηση παράνομων ανακριτικών πράξεων ανακριτικών υπαλλήλων της ΥΕΥΣΑ, άνευ εισαγγελικής παραγγελίας», ενώ ζητά να παραγγελθεί «η διερεύνηση πειθαρχικών παραπτωμάτων των αναφερόμενων ανακριτικών υπαλλήλων» και να αφαιρεθεί η σχετική δικογραφία από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Εναν μήνα αργότερα ο εισαγγελέας Δ. Πιέρρος ζητά από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών να διερευνηθούν οι «ενέργειες ως προς τα καταγγελλόμενα ποινικά και πειθαρχικά αδικήματα των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ». Σύμφωνα με πληροφορίες του Documento, έχει σχηματιστεί η ΑΒΜ: ΑΑ24 – 731 ποινική δικογραφία, καθώς έχει τελειώσει η προκαταρκτική εξέταση και είναι από τις 5 Φεβρουαρίου 2026 για μελέτη κι επεξεργασία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Οι σκιές στην υπόθεση της Ρόδου
Το Documento τον Απρίλιο του 2025 είχε αποκαλύψει ότι τουλάχιστον έναν χρόνο προτού ξεκινήσουν οι έρευνες των Αδιάφθορων για εγκληματική δράση κυκλώματος διαφθοράς στην Πολεοδομία Ρόδου το Εσωτερικών Υποθέσεων είχε στην κατοχή του σοβαρά στοιχεία για τα «έργα και τις ημέρες» της παρέας των επιόρκων της Ρόδου. Σήμερα αποκαλύπτουμε στοιχεία από μια συγκλονιστική ένορκη κατάθεση, του υποστράτηγου ε.α. Δημήτρη Δημητρακόπουλου, που καταγγέλλει ευθέως την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων επί διοικήσεως Π. Πούπουζα για μεθοδεύσεις στην υπόθεση.
Σε συμπληρωματική ένορκη εξέταση ενώπιον της προανακρίτριας Ρόδου στις 25 Ιουνίου 2025 ο καταγγέλλων περιγράφει μεθοδεύσεις εστιάζοντας στη «γνωστή στους κόλπους της αστυνομίας “κατασκευή” ανώνυμης επιστολής προκειμένου να ενεργοποιηθεί εκ των υστέρων ο μηχανισμός διερεύνησης» και να νομιμοποιηθούν οι φυσικές και τεχνικές παρακολουθήσεις προσώπων. Παράλληλα, καταγγέλλει «μαγείρεμα» στοιχείων, καθώς για τον ίδιο, αν και εφόσον είχε ληφθεί σοβαρά υπόψη η επώνυμη καταγγελία που είχε κάνει ο ίδιος στους Αδιάφθορους, θα προέκυπταν από τις επισυνδέσεις κρίσιμες συνομιλίες και στοιχεία που θα επέβαλλαν τη συσχέτιση της υπόθεσής του –έχει πάρει το δικό της νομικό δρόμο– με τη μεγάλη υπόθεση του φερόμενου κυκλώματος στη δημοτική υπηρεσία.
Οι αποκαλύψεις αυτές βασίζονται σε πληροφορίες από εν ενεργεία στέλεχος των Αδιάφθορων το οποίο, όπως καταγγέλλει, τον συνάντησε μυστικά στην Αθήνα τον Μάρτιο του 2025 εκφράζοντας αγανάκτηση για όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της υπηρεσίας. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Δ. Δημητρακόπουλου να καταθέσει ενόρκως για κακουργηματικές πράξεις αξιωματικών, η υπηρεσία αρνήθηκε πεισματικά να στείλει κλιμάκιο. Ο ίδιος δήλωσε πως οι υπεύθυνοι επιλέγουν υποθέσεις με κριτήρια «αντιδικονομικά και ιδιοτελή».

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments