Αιώνιος φυγάς…
Επικηρυγμένος με ένα εκατ. ευρώ, παραμένει για είκοσι και πλέον χρόνια ασύλληπτος.
Ο Βασίλης Παλαιοκώστας παραμένει καταζητούμενος για τις Αρχές μετά τις θεαματικές και θορυβώδεις αποδράσεις και ληστείες. Ο παλιός του συνεργάτης Κώστας Σαμαράς εκτιμά ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες να ζει και να κρύβεται στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με παλιούς αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής, ο Παλαιοκώστας κινούνταν σχεδόν εντός του αστικού ιστού, χρησιμοποιώντας συνοδευτικά οχήματα που οδηγούσαν έμπιστοι συνεργάτες του. Πιθανό σενάριο είναι να έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη Βουλγαρία, ενώ δεν αποκλείεται και η αλλοίωση των χαρακτηριστικών του. Σε περιπτώσεις φιλοξενίας του σε ορεινά χωριά, φέρεται να άφηνε σημαντικά χρηματικά ποσά ως αντάλλαγμα για την κάλυψη και τη σιωπή.
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τις διαδοχικές του αποδράσεις και τις ληστείες που τον κατέστησαν τον πιο διαβόητο καταζητούμενο της χώρας, το όνομά του κινείται στα όρια του μύθου και της πραγματικότητας. Επικηρυγμένος υπήρξε μετά τη σύνδεσή του με τη βόμβα που σκότωσε τον υπασπιστή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, Γιώργο Βασιλάκη, τον Ιούνιο του 2010, με τις Αρχές να μην έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να τον εντοπίσουν.
Ο Βασίλης, χαμογελαστός μπροστά στις κάμερες, οδηγείται στη φυλακή τον Αύγουστο του 2008 και λίγους μήνες μετά αποδρά με το γνωστό ελικόπτερο από τον Κορυδαλλό.
Την ίδια στιγμή, ο πρόσφατος θάνατος του αδελφού του Νίκου Παλαιοκώστα επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα που επί χρόνια στοιχειώνει τις έρευνες: ζει ή όχι ο Βασίλης Παλαιοκώστας; Ο Νίκος Παλαιοκώστας πέθανε στα Τρίκαλα σε ηλικία 65 ετών.
Σε αυτό το ερώτημα επιχείρησε να δώσει τη δική του εκτίμηση ο άλλοτε συνεργός του Κώστας Σαμαράς, γνωστός ως «Πεταλούδας», μιλώντας πρόσφατα σε κυριακάτικη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. «Δίνω 70% πιθανότητες να ζει και να κρύβεται, ενδεχομένως κάπου στο εξωτερικό, και 30% να μη βρίσκεται πια στη ζωή», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Δύο πρώην αξιωματικοί της Αντιτρομοκρατικής, που συμμετείχαν ενεργά στις έρευνες για τον εντοπισμό του, δίνουν διαφορετική διάσταση. Οι μαρτυρίες τους φωτίζουν άγνωστες πτυχές της δράσης του και επιχειρούν να απαντήσουν όχι μόνο στο αν βρίσκεται εν ζωή, αλλά και στο πού θα μπορούσε να κρύβεται όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα κομμάτι αυτού του παζλ συμπληρώνεται από όσα αποκάλυψε ο συνεργός του Αλκέτ Ριτζάι στους αστυνομικούς, όταν πήγαν στις Φυλακές Κορυδαλλού μετά τη σύλληψή του για να λάβουν κατάθεση. Ένα αφήγημα που αναδεικνύει τις μεθόδους και τις συνθήκες που επέτρεψαν σε έναν καταζητούμενο να μετατραπεί σε «φάντασμα».
Οι φωτογραφίες του υπάρχουν ακόμη στους πίνακες ανακοινώσεων σε όλα τα αστυνομικά τμήματα της χώρας και η σύλληψή του αποτελεί προτεραιότητα της ΕΛ.ΑΣ.
Σύμφωνα με το ιστορικό της δράσης του, οι αξιωματικοί, έχοντας εξαντλήσει τις ερωτήσεις που αφορούσαν τόσο τον ίδιο τον Αλκέτ Ριτζάι όσο και τον Παλαιοκώστα, δεν έκρυψαν την απορία τους για το πώς ήταν δυνατόν να διαφεύγει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να εντοπίζεται. Η απάντηση που έλαβαν φαίνεται ότι ανέτρεπε τη συνήθη εικόνα ενός καταζητούμενου που κρύβεται στις πλέον δυσπρόσιτες περιοχές.
Οι Αρχές είχαν φτάσει στον Ριτζάι και στο σπίτι όπου διέμενε στον Μαραθώνα έπειτα από στοχευμένη επιχείρηση παρακολούθησης της συντρόφου του, η οποία είχε μεταβεί στην Αθήνα για να δει τα παιδιά της. Μέσα από αυτή την κίνηση τα στελέχη της Αστυνομίας κατάφεραν να εντοπίσουν το καταφύγιο και να φτάσουν τελικά στα ίχνη του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή του για τον τρόπο μετακίνησής τους. Όπως φέρεται να εξήγησε, χρησιμοποιούσαν μια μέθοδο που δημιουργούσε την εντύπωση επίσημης συνοδείας. Ο Παλαιοκώστας οδηγούσε ένα μαύρο Volkswagen με φιμέ τζάμια, ενώ ο ίδιος ακολουθούσε με ένα Skoda Octavia με φάρο. Η εικόνα παρέπεμπε σε όχημα υψηλού προσώπου που συνοδευόταν από ασφάλεια, με αποτέλεσμα να αποφεύγονται έλεγχοι ακόμη και σε σημεία όπως τα διόδια.
Αν βρίσκεται εν ζωή, μια πιθανή εκδοχή είναι να έχει περάσει τα ελληνικά σύνορα εδώ και χρόνια και να έχει εγκατασταθεί σε χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Ο Παλαιοκώστας διατηρούσε στο παρελθόν μακροχρόνια σχέση με μια Βουλγάρα, την οποία φέρεται να χρησιμοποιούσε επιχειρησιακά, στέλνοντάς τη σε τραπεζικά καταστήματα για να παρατηρεί κινήσεις και να συλλέγει πληροφορίες πριν από ληστείες.
Εκτιμήσεις υπάρχουν ότι έχει προχωρήσει και σε αλλοίωση των χαρακτηριστικών του, ακόμη και μέσω πλαστικής επέμβασης, ώστε να καταστεί δυσκολότερος ο εντοπισμός του.
Οι αστυνομικοί περιγράφουν μια ιδιότυπη πραγματικότητα, όπου ο Βασίλης Παλαιοκώστας φέρεται να κινούνταν με σχετική ευχέρεια.
Ονομάστηκε «Ρομπέν των Φτωχών» για τα μεγάλα χρηματικά ποσά που άφηνε όταν οι χωρικοί του επέτρεπαν, έστω και για ένα βράδυ, να φιλοξενηθεί κρυπτόμενος στα σπίτια τους. Οι ιστορίες που ακολουθούν φωτίζουν με χαρακτηριστικό τρόπο το πώς αυτό το άτυπο δίκτυο χτίστηκε και λειτούργησε στην πράξη υπέρ του Παλαιοκώστα.
Το καλοκαίρι του 2013 κλιμάκια της Αντιτρομοκρατικής «χτενίζουν» πόρτα-πόρτα τα ορεινά χωριά των Τρικάλων αναζητώντας ίχνη του Βασίλη Παλαιοκώστα, καθώς από την περιοχή έλκει την καταγωγή του. Σε ένα από τα τελευταία χωριά προς τα βουνά της Καλαμπάκας, οι αστυνομικοί χτυπούν την πόρτα μιας ηλικιωμένης γυναίκας κρατώντας στα χέρια τους τη φωτογραφία του καταζητούμενου. Η απάντηση που λαμβάνουν δεν είναι αυτή που περίμεναν.
Η γυναίκα παραδέχεται ότι όχι μόνο τον αναγνωρίζει, αλλά ότι ο ίδιος είχε περάσει από το σπίτι της ζητώντας φιλοξενία για ένα βράδυ. Όπως τους εξιστορεί, εμφανίστηκε διακριτικά τις βραδινές ώρες, ευγενικός και ήρεμος. Εκείνη δεν αρνήθηκε να τον φιλοξενήσει, αλλά του εξήγησε ότι θα έπρεπε να φύγει νωρίς το πρωί, καθώς είχε να ετοιμάσει τον γάμο της κόρης της. «Μην ανησυχείς, θα έχω φύγει πριν ξυπνήσεις», της απάντησε.
Πράγματι, όταν ξύπνησε χαράματα, δεν τον βρήκε στο σπίτι. Αντί γι’ αυτό, εντόπισε έναν φάκελο πάνω στο τραπέζι. Στο εσωτερικό του υπήρχαν 20.000 ευρώ και ένα σημείωμα που έγραφε: «Αυτά είναι για τον γάμο της κόρης σου».
Όταν οι αστυνομικοί τη ρώτησαν αν, σε περίπτωση που τον ξαναδεί, θα μπορούσε να τους ειδοποιήσει, η απάντησή της ήταν κατηγορηματική: δεν θα το έκανε. Μια στάση που, όπως εκτιμούν, δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη τακτική «εξαγοράς σιωπής».
Συνεχίζοντας την επιχείρηση, οι αστυνομικοί φτάνουν σε έναν 68χρονο αγρότη, ο οποίος παραδέχεται ότι είχε φιλοξενήσει τον Παλαιοκώστα. Το επόμενο πρωί, ο καταζητούμενος είχε εξαφανιστεί, έχοντας πάρει μαζί του το παλιό ημιφορτηγάκι του αγρότη. Λίγο αργότερα, όμως, ο ιδιοκτήτης εντόπισε σημείωμα που τον καθοδηγούσε να βρει το όχημά του σε διπλανό χωριό. Εκεί το βρήκε άθικτο, ενώ μέσα υπήρχε φάκελος με 15.000 ευρώ και σημείωμα: «Αυτά είναι για να πάρεις ένα καινούριο αυτοκίνητο».
Σε άλλη περίπτωση, μια γυναίκα περίπου 60 ετών, χήρα, αναγνώρισε τον Παλαιοκώστα και περιέγραψε τη φιλοξενία του. Την ίδια νύχτα ενημερώθηκε ότι η κόρη της χρειαζόταν άμεση χειρουργική επέμβαση. Το πρωί βρήκε έναν φάκελο με 50.000 ευρώ και σημείωμα: «Ελπίζω αυτά τα λεφτά να φτάσουν για την εγχείρηση της κόρης σου».

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments