Περιπολίες ή στατικές φυλάξεις; Η αξιολόγηση κινδύνου καθορίζει τον σύγχρονο αστυνομικό σχεδιασμό
Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τη διάθεση των αστυνομικών δυνάμεων στις μεγάλες πόλεις, διατυπώνεται συχνά η άποψη ότι οι στατικές φυλάξεις αποτελούν μια ελληνική ιδιαιτερότητα ή μια λανθασμένη επιχειρησιακή πρακτική που δεν συναντάται στο εξωτερικό.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική.
Σχεδόν όλες οι σύγχρονες αστυνομίες σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές διαθέτουν προσωπικό για τη φύλαξη στόχων υψηλού κινδύνου. Πρεσβείες, προξενεία, κυβερνητικά κτίρια, δικαστήρια, κρίσιμες υποδομές, διεθνείς οργανισμοί, χώροι λατρείας που έχουν δεχθεί απειλές, αλλά και πρόσωπα υψηλού κινδύνου αποτελούν αντικείμενο διαρκούς ή περιοδικής αστυνομικής προστασίας.
Στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στη Ρώμη και σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές πόλεις είναι απολύτως συνηθισμένη εικόνα η παρουσία ένοπλων αστυνομικών έξω από πρεσβείες, κυβερνητικά κτίρια ή άλλους ευπαθείς στόχους. Οι συγκεκριμένες αποστολές αποτελούν μέρος της καθημερινής επιχειρησιακής λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών και δεν αντιμετωπίζονται ως κάτι έκτακτο.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν στατικές φυλάξεις.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς αποφασίζεται πού, πότε και με πόσες δυνάμεις πραγματοποιούνται αυτές οι φυλάξεις.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η απάντηση βρίσκεται σε μια έννοια που αποτελεί βασικό εργαλείο του σύγχρονου αστυνομικού σχεδιασμού: την εκτίμηση κινδύνου (risk assessment).
Καμία σοβαρή αστυνομική υπηρεσία δεν διαθέτει προσωπικό αποκλειστικά επειδή «έτσι γινόταν πάντα». Η ένταση των μέτρων ασφαλείας μεταβάλλεται ανάλογα με τις πληροφορίες, τις απειλές, τις διεθνείς εξελίξεις, την τρομοκρατική αξιολόγηση και τα πραγματικά επιχειρησιακά δεδομένα.
Ένας στόχος που σήμερα απαιτεί ισχυρή αστυνομική παρουσία μπορεί σε έξι μήνες να χρειάζεται αισθητά μικρότερη δύναμη. Αντίστοιχα, ένα διεθνές γεγονός ή μια αυξημένη απειλή μπορεί να επιβάλει προσωρινά την ενίσχυση των μέτρων.
Με άλλα λόγια, η φύλαξη στόχων δεν είναι στατική. Είναι δυναμική και προσαρμόζεται συνεχώς.
Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρησιακές μονάδες πρώτης γραμμής.
Οι ομάδες που έχουν σχεδιαστεί για προληπτική αστυνόμευση, ταχείες επεμβάσεις και αντιμετώπιση σοβαρών περιστατικών αποτελούν πολύτιμο επιχειρησιακό πόρο. Η διαρκής αξιοποίησή τους σε στατικές αποστολές μπορεί να δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη συνολική ισορροπία της αστυνόμευσης, ιδιαίτερα σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όπου οι ανάγκες για εμφανή παρουσία της Αστυνομίας στις γειτονιές είναι ιδιαίτερα αυξημένες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευπαθείς στόχοι δεν πρέπει να προστατεύονται.
Σημαίνει, όμως, ότι κάθε απόφαση διάθεσης προσωπικού οφείλει να απαντά σε δύο εξίσου σημαντικά ερωτήματα:
- Έχει προηγηθεί επικαιροποιημένη αξιολόγηση κινδύνου που δικαιολογεί το επίπεδο της φύλαξης;
- Η κατανομή των δυνάμεων αφήνει επαρκές προσωπικό για προληπτική αστυνόμευση, άμεση επέμβαση και καθημερινές περιπολίες;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι εκείνη που καθορίζει αν υπάρχει η σωστή επιχειρησιακή ισορροπία.
Γιατί η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας δεν περιορίζεται μόνο στην προστασία συγκεκριμένων στόχων.
Είναι εξίσου σημαντικό να βρίσκεται εκεί όπου τη χρειάζεται καθημερινά ο πολίτης: στις γειτονιές, στους δρόμους, στις πλατείες, στους χώρους όπου εκδηλώνεται η καθημερινή εγκληματικότητα.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στις στατικές φυλάξεις και στις περιπολίες.
Είναι να επιτύχουμε τη σωστή ισορροπία μεταξύ των δύο.
Γιατί μια σύγχρονη αστυνομία οφείλει να προστατεύει αποτελεσματικά τόσο τους ευπαθείς στόχους όσο και την καθημερινή ασφάλεια των πολιτών.
Και αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να βασίζεται ούτε στην παράδοση ούτε στην πίεση της συγκυρίας.
Οφείλει να βασίζεται αποκλειστικά στην επιχειρησιακή αξιολόγηση, στα πραγματικά δεδομένα και στην ορθολογική αξιοποίηση του διαθέσιμου προσωπικού.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments