Τι Αστυνομία θέλουμε;
Κάθε φορά που ένα περιστατικό αστυνομικής βίας προκαλεί αντιδράσεις, κάθε φορά που ένας αστυνομικός τραυματίζεται εν ώρα υπηρεσίας, κάθε φορά που η Ελληνική Αστυνομία βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας, επανέρχεται το ίδιο ερώτημα:
Τι Αστυνομία θέλουμε;
Μια Αστυνομία που θα εμπνέει εμπιστοσύνη ή μια Αστυνομία που θα προκαλεί φόβο;
Μια Αστυνομία που θα προστατεύει τον πολίτη ή μια Αστυνομία που θα αντιμετωπίζει κάθε πολίτη ως ύποπτο;
Μια Αστυνομία που θα λειτουργεί με επαγγελματισμό, ψυχραιμία και σεβασμό στους νόμους ή μια Αστυνομία που θα κρίνεται από μεμονωμένες αυθαιρεσίες και λάθη;
Η απάντηση δεν είναι ούτε πολιτική ούτε ιδεολογική.
Την έχει δώσει εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια η ίδια η Ελληνική Πολιτεία.
Το 2004 θεσπίστηκε με Προεδρικό Διάταγμα ο Κώδικας Δεοντολογίας του Αστυνομικού. Και σε αντίθεση με όσα ίσως πολλοί πιστεύουν, ο Κώδικας αυτός δεν καταργήθηκε ποτέ. Παραμένει μέχρι σήμερα σε πλήρη ισχύ και αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει τη συμπεριφορά κάθε Έλληνα αστυνομικού.
Δεν πρόκειται για ένα θεωρητικό κείμενο ούτε για μια ευχή.
Είναι ένα Προεδρικό Διάταγμα που περιγράφει με σαφήνεια ποιος πρέπει να είναι ο σύγχρονος αστυνομικός.
Ένας αστυνομικός που υπηρετεί τον ελληνικό λαό και εφαρμόζει το Σύνταγμα και τους νόμους.
Ένας αστυνομικός που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και προστατεύει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή τις πεποιθήσεις του.
Ο Κώδικας προβλέπει ότι η χρήση βίας επιτρέπεται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία και πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της νομιμότητας. Ορίζει ότι ο αστυνομικός οφείλει να χρησιμοποιεί τα ηπιότερα δυνατά μέσα, να αποφεύγει κάθε περιττή σκληρότητα και να προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια κάθε ανθρώπου.
Ταυτόχρονα, ο ίδιος Κώδικας δεν προστατεύει μόνο τον πολίτη.
Προστατεύει και τον ίδιο τον αστυνομικό.
Του δίνει σαφείς κανόνες λειτουργίας, ξεκάθαρα όρια και συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Τον θωρακίζει απέναντι στις αυθαιρεσίες, αλλά και απέναντι στις παράνομες εντολές, αφού προβλέπει ρητά ότι η εκτέλεση προδήλως παράνομης ή αντισυνταγματικής διαταγής δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του ευθύνη.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα του Κώδικα.
Ο αστυνομικός δεν είναι ένα άβουλο όργανο.
Είναι δημόσιος λειτουργός.
Υπηρετεί το Σύνταγμα, τους νόμους και τον πολίτη.
Δεν υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες.
Δεν υπηρετεί προσωπικές αντιλήψεις.
Δεν υπηρετεί την αυθαιρεσία.
Υπηρετεί τη Δημοκρατία.
Ο Κώδικας προβλέπει ακόμη ότι ο αστυνομικός οφείλει να ενεργεί με αντικειμενικότητα, αμεροληψία, διαφάνεια, ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, να προστατεύει όλους τους πολίτες χωρίς διακρίσεις, να σέβεται το τεκμήριο αθωότητας, να διασφαλίζει τα δικαιώματα των κρατουμένων και να αποδέχεται τον κοινωνικό έλεγχο της δράσης του.
Αυτή είναι η Αστυνομία που προβλέπει ο νόμος.
Αυτή είναι η Αστυνομία που δικαιούνται οι πολίτες.
Αυτή είναι όμως και η Αστυνομία που δικαιούνται οι ίδιοι οι αστυνομικοί.
Γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των αστυνομικών υπηρετεί καθημερινά με επαγγελματισμό, πολλές φορές κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, με ελλείψεις προσωπικού, ανεπαρκή μέσα και αυξημένους κινδύνους. Δεν αξίζει να αμαυρώνεται από τις πράξεις των λίγων ούτε να στερείται τον σεβασμό που κερδίζεται μέσα από την τήρηση των κανόνων.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν διαθέτει θεσμικό πλαίσιο.
Το πρόβλημα είναι αν το εφαρμόζει.
Γιατί κάθε φορά που ένας αστυνομικός τιμά τη στολή του, εφαρμόζει τον Κώδικα Δεοντολογίας.
Και κάθε φορά που κάποιος τον παραβιάζει, δεν εκθέτει μόνο τον εαυτό του. Εκθέτει ολόκληρο το Σώμα. Κυρίως όμως αδικεί τη μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων του, που υπηρετούν καθημερινά με επαγγελματισμό, αυταπάρνηση και σεβασμό στον πολίτη.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν είναι ένα ξεχασμένο κείμενο σε κάποιο συρτάρι του Αρχηγείου.
Είναι Προεδρικό Διάταγμα.
Είναι νόμος της Πολιτείας.
Και παραμένει σε πλήρη ισχύ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποια Αστυνομία θέλουμε.
Η Πολιτεία έχει ήδη απαντήσει σε αυτό το ερώτημα από το 2004.
Το ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο:
Έχουμε το θάρρος να εφαρμόσουμε την Αστυνομία που ήδη έχουμε αποφασίσει, ως Πολιτεία, ότι θέλουμε;
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments