Δημήτρης Καραγιαννόπουλος: Η απαξίωση των κινητοποιήσεων δεν είναι εκσυγχρονισμός – Είναι αφοπλισμός του συνδικαλισμού
«Άλλο η αυτοκριτική και άλλο να παραδίδουμε στην Πολιτεία το επιχείρημα ότι οι ίδιοι οι αστυνομικοί δεν στηρίζουν τις διεκδικήσεις τους – Η μόρφωση δεν καταργεί το δικαίωμα του εργαζομένου να αγωνίζεται»
Του Δημήτρη Καραγιαννόπουλου
Υπηρετώ τον αστυνομικό συνδικαλισμό πολλά χρόνια. Έχω ζήσει κυβερνήσεις, υπουργούς, εξαγγελίες, υποσχέσεις, απογοητεύσεις, αλλά και κατακτήσεις που δεν χαρίστηκαν σε κανέναν. Γι' αυτό και θεωρώ ότι οφείλω να τοποθετηθώ απέναντι στις απόψεις που ακούστηκαν περί «ξεπερασμένων» ένστολων κινητοποιήσεων.
Κάθε συνδικαλιστής έχει δικαίωμα να διαφωνεί. Έχει ακόμη και υποχρέωση να ασκεί κριτική όταν θεωρεί ότι κάτι δεν λειτουργεί. Άλλο όμως η κριτική και άλλο η απαξίωση. Άλλο να προτείνεις κάτι καλύτερο και άλλο να αποδομείς δημόσια ένα από τα βασικότερα μέσα συλλογικής διεκδίκησης των εργαζομένων.
Και όταν αυτό γίνεται από συνδικαλιστή, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Από πότε το πτυχίο και το μεταπτυχιακό καταργούν τη διεκδίκηση;
Ακούσαμε ότι οι σημερινοί αστυνομικοί εισέρχονται στην ΕΛ.ΑΣ. μέσω Πανελλαδικών Εξετάσεων, αποκτούν πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά, γνωρίζουν ξένες γλώσσες και, περίπου ως φυσικό επακόλουθο, δεν είναι δυνατόν να έχουν ως «όνειρο» να συμμετέχουν σε πορείες με τη στολή τους, κρατώντας πλακάτ και σφυρίχτρες.
Από πότε όμως η μόρφωση είναι αντίθετη με τη διεκδίκηση;
Οι γιατροί δεν διαδηλώνουν; Οι εκπαιδευτικοί δεν απεργούν; Οι δικηγόροι και οι πανεπιστημιακοί δεν διεκδικούν συλλογικά;
Κανένας αστυνομικός δεν μπήκε στην ΕΛ.ΑΣ. με όνειρο να κρατά πλακάτ. Όπως κανένας γιατρός δεν σπούδασε Ιατρική για να βρίσκεται έξω από ένα υπουργείο με πανό.
Στον δρόμο δεν κατεβαίνεις επειδή ήταν το όνειρό σου. Κατεβαίνεις όταν η πραγματικότητα σε αναγκάζει να διεκδικήσεις.
Το μεταπτυχιακό δεν πληρώνει το ενοίκιο. Το διδακτορικό δεν καλύπτει τις κενές οργανικές θέσεις. Οι ξένες γλώσσες δεν προστατεύουν τον αστυνομικό από την εξάντληση και οι Πανελλαδικές δεν κάνουν λιγότερο επικίνδυνη μια νυχτερινή υπηρεσία.
Η μόρφωση δεν κάνει τον αστυνομικό λιγότερο εργαζόμενο.
Τον κάνει, αν μη τι άλλο, περισσότερο ικανό να αντιλαμβάνεται την αξία της συμμετοχής, της εκπροσώπησης και της συλλογικής διεκδίκησης.
Ο συνδικαλισμός δεν είναι «σας ψηφίσαμε, τώρα βρείτε τα μόνοι σας»
Ακόμη πιο προβληματική θεωρώ τη λογική ότι ο συνάδελφος έχει ως υποχρέωση να συμμετέχει στις εκλογές, να εκλέγει τους συνδικαλιστές του και από εκεί και πέρα εκείνοι πρέπει μόνοι τους να βρίσκουν τους «έξυπνους τρόπους» για να πετύχουν τις διεκδικήσεις.
Αυτό μετατρέπει τον συνδικαλισμό από συλλογική δράση σε απλή ανάθεση.
Ο συνδικαλιστής δεν είναι μάνατζερ στον οποίο αναθέσαμε μια δουλειά.
Δεν αποκτά δύναμη επειδή έχει έναν τίτλο ή μια θέση σε ένα Διοικητικό Συμβούλιο.
Τη δύναμή του τη δίνουν οι άνθρωποι που εκπροσωπεί.
Όταν ένας εκπρόσωπος κάθεται απέναντι σε έναν υπουργό έχοντας πίσω του χιλιάδες συναδέλφους που συμμετέχουν και διεκδικούν, έχει διαφορετικό βάρος από εκείνον που πηγαίνει μόνος του με ένα υπόμνημα στο χέρι.
«150.000 ένστολοι και μερικές εκατοντάδες στη ΔΕΘ» – Ας λέμε ολόκληρη την αλήθεια
Ακούστηκε ακόμη ότι περίπου 150.000 άνθρωποι υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας και τις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ στις κινητοποιήσεις της ΔΕΘ συμμετέχουν «μερικές εκατοντάδες».
Ας υποθέσουμε ότι δεχόμαστε τον πρώτο αριθμό.
Γιατί όμως συγκρίνουμε το σύνολο των ενστόλων ολόκληρης της Ελλάδας με όσους μπορούν να βρίσκονται μία συγκεκριμένη ημέρα και ώρα στη Θεσσαλονίκη;
Αυτή είναι η μισή αλήθεια.
Οι αστυνομικοί, οι πυροσβέστες, οι λιμενικοί και οι στρατιωτικοί εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο. Υπηρετούν σε βάρδιες, κάνουν νυχτερινά, βρίσκονται σε περιπολίες, σύνορα, νησιά, αεροδρόμια, λιμάνια και υπηρεσίες που δεν μπορούν να εγκαταλειφθούν επειδή πραγματοποιείται μια κινητοποίηση στη Θεσσαλονίκη.
Την ώρα που κάποιοι ένστολοι βρίσκονται στον Λευκό Πύργο, χιλιάδες άλλοι είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται στις υπηρεσίες τους.
Και υπάρχει μια ειρωνεία: κάποιοι από αυτούς εργάζονται εκείνη ακριβώς την ώρα για να υπάρχει ασφάλεια στην ίδια τη ΔΕΘ και στις συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνται γύρω από αυτήν.
Δεν μπορεί λοιπόν να δημιουργείται η εικόνα ότι 150.000 ένστολοι είχαν ελεύθερο απόγευμα, μπορούσαν να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη και οι 147.000 επέλεξαν τον καναπέ.
Το επικίνδυνο είναι ότι χαρίζουμε επιχείρημα στην κυβέρνηση
Εδώ βρίσκεται για μένα το σοβαρότερο σημείο αυτής της τοποθέτησης.
Όταν ένας συνδικαλιστής βγαίνει δημόσια και λέει ουσιαστικά ότι οι συνάδελφοι γυρίζουν την πλάτη στις κινητοποιήσεις, ποιο μήνυμα στέλνει στην εκάστοτε κυβέρνηση;
Αύριο οι Ομοσπονδίες θα καθίσουν απέναντι στην Πολιτεία και θα ζητήσουν καλύτερες αποδοχές, ανθρώπινα ωράρια, περισσότερη στελέχωση, καλύτερες συνθήκες εργασίας και λύσεις στα συνταξιοδοτικά ζητήματα.
Και κάποιος μπορεί πολύ εύκολα να τους απαντήσει:
«Γιατί να σας ακούσουμε; Εσείς οι ίδιοι λέτε δημόσια ότι οι αστυνομικοί δεν σας ακολουθούν».
Τότε ποιον έχουμε πλήξει;
Έναν πρόεδρο; Μία Ομοσπονδία; Έναν συνδικαλιστικό αντίπαλο;
Όχι. Έχουμε πυροβολήσει τα ίδια μας τα πόδια.
Γιατί για να κερδίσουμε ενδεχομένως μια εσωτερική συνδικαλιστική αντιπαράθεση, έχουμε προσφέρει στην Πολιτεία επιχειρήματα που αποδυναμώνουν τη διαπραγματευτική δύναμη όλων των αστυνομικών.
Αυτό δεν είναι ούτε «έξυπνο» ούτε «σύγχρονο».
Αν υπάρχουν πιο «έξυπνοι τρόποι», ας τους ακούσουμε
Ακούσαμε ότι οι παραδοσιακές κινητοποιήσεις είναι ξεπερασμένες και ότι οι συνδικαλιστές πρέπει να βρουν «έξυπνους και αποτελεσματικούς τρόπους διεκδίκησης».
Ποιους;
Ας τους ακούσουμε.
Συναντήσεις με υπουργούς γίνονται. Υπομνήματα κατατίθενται. Θεσμικές και νομικές παρεμβάσεις γίνονται. Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα αξιοποιούνται.
Όλα αυτά πρέπει να γίνουν ακόμη καλύτερα.
Αλλά γιατί η ύπαρξή τους πρέπει να καταργήσει τη δυνατότητα μιας μαζικής, ειρηνικής και θεσμικής κινητοποίησης;
Ο σύγχρονος συνδικαλισμός δεν χρειάζεται λιγότερα εργαλεία.
Χρειάζεται περισσότερα.
Αυτοκριτική ναι – Αυτοκατάργηση όχι
Δεν ισχυρίζομαι ότι ο αστυνομικός συνδικαλισμός τα έχει κάνει όλα σωστά.
Κάθε άλλο.
Χρειάζεται αυτοκριτική. Χρειάζεται ανανέωση. Χρειάζεται να αφήσει πίσω προσωπικές στρατηγικές, φωτογραφίες χωρίς αποτέλεσμα, κομματικές εξαρτήσεις όπου υπάρχουν, τίτλους και καρέκλες που δεν παράγουν έργο.
Αλλά αυτοκριτική δεν σημαίνει αυτοκατάργηση.
Και εκσυγχρονισμός δεν σημαίνει σιωπή.
Αν κάποιος θεωρεί ότι οι κινητοποιήσεις πρέπει να αλλάξουν, να καταθέσει την πρότασή του. Να βρούμε καλύτερους, πιο σύγχρονους και αποτελεσματικότερους τρόπους πίεσης.
Αλλά να παρουσιάζουμε τη συλλογική διεκδίκηση ως κάτι ξεπερασμένο και τους συναδέλφους ως ανθρώπους που «γυρίζουν την πλάτη» επειδή δεν ταξίδεψαν από ολόκληρη την Ελλάδα στη Θεσσαλονίκη, δεν βοηθά ούτε τον συνδικαλισμό ούτε τον αστυνομικό.
Βοηθά μόνο εκείνον που θέλει τον αστυνομικό μόνο του, σιωπηλό και χωρίς συλλογική δύναμη απέναντί του.
Και αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζεται σήμερα η Ελληνική Αστυνομία.
Με διάλογο όταν υπάρχει διάλογος. Με τεκμηριωμένες προτάσεις. Με θεσμικές παρεμβάσεις. Με νέες μορφές πίεσης.
Και ναι, με μαζική και ειρηνική κινητοποίηση όταν χρειάζεται.
Αυτό δεν είναι συνδικαλισμός προηγούμενων δεκαετιών.
Είναι συνδικαλισμός.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments