Οπλοφορία και χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς: Ήρθε η ώρα να αλλάξει ο νόμος
Οι σύγχρονες απειλές, η ελλιπής εκπαίδευση και οι ασάφειες του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για έναν νόμο που συμπληρώνει πλέον περισσότερα από είκοσι χρόνια ζωής. Ο Δημήτρης Καραγιαννόπουλος καταθέτει τη δική του τεκμηριωμένη άποψη, επισημαίνοντας ότι ο στόχος δεν είναι περισσότερα πυρά, αλλά σαφέστεροι κανόνες, ουσιαστικότερη εκπαίδευση και μεγαλύτερη προστασία τόσο για τους πολίτες όσο και για τους ίδιους τους αστυνομικούς.
Άρθρο του Δημήτρη Καραγιαννόπουλου
Η θέση αυτή δεν διατυπώνεται σήμερα
Ο προβληματισμός που καταθέτω για τον Ν. 3169/2003 δεν είναι αποτέλεσμα των πρόσφατων περιστατικών που έφεραν ξανά στο προσκήνιο τη χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς. Τις ίδιες επισημάνσεις διατυπώνω δημόσια ήδη από το 2013, υποστηρίζοντας σταθερά ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο χρειάζεται ουσιαστική αναθεώρηση.
Η θέση αυτή δεν αποσκοπεί στη δικαιολόγηση οποιασδήποτε χρήσης όπλου ούτε υπαγορεύεται από τη συγκυρία. Αντίθετα, στηρίζεται στη διαχρονική πεποίθηση ότι ένας σύγχρονος νόμος πρέπει να είναι σαφής, εφαρμόσιμος, να συνοδεύεται από πραγματική εκπαίδευση και να υπηρετεί πάνω απ' όλα την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η Ελληνική Αστυνομία έχει θρηνήσει δεκάδες νεκρούς αστυνομικούς που έπεσαν από τα πυρά αδίστακτων κακοποιών. Έχει όμως βιώσει και τραγικά περιστατικά όπου η χρήση πυροβόλου όπλου από αστυνομικούς είχε οδυνηρές συνέπειες, είτε λόγω λανθασμένης εκτίμησης είτε λόγω ελλιπούς εκπαίδευσης.
Η συζήτηση για τη χρήση των όπλων δεν είναι εύκολη. Δεν αφορά μόνο τον αστυνομικό που καλείται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να αποφασίσει αν θα πυροβολήσει ή όχι. Αφορά πρωτίστως την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Της ζωής του πολίτη, αλλά και της ζωής του ίδιου του αστυνομικού.
Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την ψήφιση του Ν.3169/2003, θεωρώ ότι έχει έρθει η στιγμή να ανοίξει ένας σοβαρός και θεσμικός διάλογος για την αναθεώρησή του.
Ένας νόμος που δεν έλυσε το πρόβλημα
Όταν ψηφίστηκε ο Ν.3169/2003 υπήρχε η προσδοκία ότι θα δημιουργούσε ένα σαφές πλαίσιο σχετικά με την οπλοφορία και τη χρήση πυροβόλων όπλων από τους αστυνομικούς.
Μέχρι τότε, στην πράξη, οι αστυνομικοί λειτουργούσαν σχεδόν αποκλειστικά με βάση τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί νόμιμης άμυνας.
Η ψήφιση του νέου νόμου δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες.
Σήμερα, όμως, δύο δεκαετίες αργότερα, γεννάται το εύλογο ερώτημα:
Προσέφερε πραγματικά περισσότερη ασφάλεια στον αστυνομικό ή απλώς πρόσθεσε περισσότερη αβεβαιότητα;
Οι ασάφειες παραμένουν
Ο νόμος επιχειρεί να διαχωρίσει τους πυροβολισμούς σε εκφοβιστικούς, κατά πραγμάτων, ακινητοποίησης και εξουδετέρωσης.
Στην πράξη, όμως, οι επιχειρησιακές συνθήκες δεν μπορούν να χωρέσουν εύκολα σε θεωρητικές κατηγορίες.
Ο αστυνομικός καλείται να λάβει αποφάσεις μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, υπό ακραίο στρες και απέναντι σε πραγματικό κίνδυνο.
Είναι σχεδόν αδύνατο να υπολογίσει με βεβαιότητα:
- πιθανό εξοστρακισμό,
- πιθανή αστοχία,
- την κίνηση του δράστη,
- την παρουσία τρίτων,
- την ακριβή τροχιά μιας βολής.
Παρ' όλα αυτά, ο νόμος απαιτεί ουσιαστικά να μπορεί να τα προβλέψει όλα.
Η μεγαλύτερη αδυναμία δεν είναι ο νόμος. Είναι η εκπαίδευση.
Το σημαντικότερο πρόβλημα, κατά την άποψή μου, δεν βρίσκεται μόνο στις διατάξεις του νόμου.
Βρίσκεται στην πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά ο Έλληνας αστυνομικός.
Με εξαίρεση ορισμένες ειδικές υπηρεσίες, η πλειονότητα του προσωπικού πραγματοποιεί ελάχιστες εκπαιδευτικές βολές σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία της.
Πολλοί αστυνομικοί δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική εξοικείωση με το υπηρεσιακό τους όπλο.
Και όμως, κάποια στιγμή μπορεί να κληθούν να το χρησιμοποιήσουν μέσα σε συνθήκες όπου από τη σωστή ή λανθασμένη απόφασή τους θα κριθούν ανθρώπινες ζωές.
Η βολή ακινητοποίησης δεν είναι κινηματογράφος
Ο νόμος προβλέπει ακόμη και τον λεγόμενο πυροβολισμό ακινητοποίησης, με στόχο τα κάτω άκρα.
Στην πραγματική ζωή, όμως, ακόμη και οι πλέον εκπαιδευμένοι σκοπευτές δυσκολεύονται να πετύχουν με ακρίβεια έναν κινούμενο στόχο, ιδιαίτερα όταν καλούνται να αποφασίσουν μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου και υπό συνθήκες ακραίου στρες.
Η αντίληψη ότι ένας αστυνομικός μπορεί να πυροβολήσει με απόλυτη ακρίβεια μόνο στα πόδια ενός ένοπλου δράστη δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
Επιπλέον, ακόμη και μία βολή στα κάτω άκρα δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου «ασφαλής». Στην περιοχή αυτή βρίσκονται μεγάλα αιμοφόρα αγγεία και ένας σοβαρός τραυματισμός μπορεί, χωρίς άμεση ιατρική αντιμετώπιση, να αποβεί μοιραίος. Συνεπώς, η διάκριση ανάμεσα σε «βολή ακινητοποίησης» και «βολή εξουδετέρωσης» δεν είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρη όσο εμφανίζεται στο θεωρητικό επίπεδο του νόμου.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να χαλαρώσουν οι κανόνες χρήσης πυροβόλων όπλων.
Σημαίνει ότι οι κανόνες πρέπει να βασίζονται στην πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία, στη σύγχρονη επιστημονική γνώση και στην ουσιαστική εκπαίδευση του προσωπικού και όχι σε θεωρητικές παραδοχές που πολλές φορές δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη.
Ο νόμος γράφτηκε για μια άλλη εποχή
Το 2003 η Ελλάδα δεν αντιμετώπιζε το επίπεδο οπλισμού που συναντούν σήμερα οι αστυνομικοί.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει εγκληματικές οργανώσεις να χρησιμοποιούν πολεμικά τυφέκια τύπου Kalashnikov, βαριά οπλισμένους δράστες και περιστατικά ακραίας βίας.
Οι επιχειρησιακές απαιτήσεις έχουν αλλάξει.
Ο νόμος, όμως, παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος.
Δεν ζητείται ευκολότερη χρήση των όπλων
Η ανάγκη αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ευκολότερη η χρήση πυροβόλων όπλων.
Το αντίθετο.
Χρειάζεται ένα σαφέστερο, πιο λειτουργικό και σύγχρονο πλαίσιο, που:
- θα προστατεύει πρώτα την ανθρώπινη ζωή,
- θα παρέχει σαφείς κανόνες στον αστυνομικό,
- θα μειώνει τα περιθώρια παρερμηνειών,
- θα συνοδεύεται από πραγματική, διαρκή και υποχρεωτική εκπαίδευση.
Η μεγαλύτερη ασφάλεια είναι η γνώση
Ένας καλά εκπαιδευμένος αστυνομικός είναι ασφαλέστερος για όλους.
Για τον πολίτη.
Για τον συνάδελφό του.
Για τον ίδιο.
Η χρήση πυροβόλου όπλου πρέπει να αποτελεί την απολύτως έσχατη επιλογή.
Όταν όμως αυτή η επιλογή καταστεί αναπόφευκτη, ο αστυνομικός πρέπει να γνωρίζει με απόλυτη σαφήνεια τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και ποιες είναι οι επιχειρησιακές και νομικές συνέπειες κάθε ενέργειάς του.
Ώρα για έναν νέο διάλογο
Είκοσι τρία χρόνια μετά την ψήφιση του Ν.3169/2003, η κοινωνία, η εγκληματικότητα και οι επιχειρησιακές ανάγκες της Ελληνικής Αστυνομίας έχουν αλλάξει.
Ο νόμος οφείλει να ακολουθήσει αυτές τις αλλαγές.
Όχι για να οπλίσει ευκολότερα το χέρι του αστυνομικού.
Αλλά για να το καθοδηγεί με μεγαλύτερη σαφήνεια όταν καλείται να πάρει τη δυσκολότερη ίσως απόφαση της υπηρεσιακής του ζωής.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, κάθε διάταξη που αφορά τη χρήση πυροβόλων όπλων έχει έναν κοινό σκοπό:
Να επιστρέφουν όλοι ζωντανοί στο σπίτι τους. Οι πολίτες, οι αστυνομικοί και όσοι εμπλέκονται σε ένα περιστατικό, στον βαθμό που αυτό είναι ανθρωπίνως δυνατό.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments