Η στολή δεν κάνει τον αστυνομικό. Και η απουσία της δεν τον ακυρώνει.
Σε κάθε δημόσιο διάλογο, η κριτική είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία. Όταν όμως ξεκινά με τη φράση «χωρίς διάθεση κριτικής» και καταλήγει σε ευθείες αιχμές, τότε δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα: πρόκειται για αντικειμενική αποτίμηση ή για επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας;
Η πορεία του απερχόμενου προέδρου της Π.Ο.ΑΣ.Υ. κρίνεται στην πράξη και όχι σε υποθετικά σενάρια του τύπου «θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα». Και η πράξη, σύμφωνα με τη συντριπτική πλειοψηφία των αστυνομικών, έχει ήδη δώσει την απάντηση, χαρακτηρίζοντας την πορεία αυτή επιτυχημένη. Συνεπώς, οι αιτιάσεις περί ελλείψεων δεν φαίνεται να εδράζονται σε ευρύτερη αποδοχή, αλλά σε προσωπικές προσεγγίσεις.
Ωστόσο, το πιο προβληματικό σημείο της συγκεκριμένης τοποθέτησης δεν αφορά την κριτική αυτή καθαυτή, αλλά το σκεπτικό που ακολουθεί.
Η αναφορά ότι «θα διορθώσουν τα κακώς κείμενα εκείνοι που έχουν να φορέσουν στολή σχεδόν από την πρώτη μέρα αποφοίτησής τους» δημιουργεί έναν επικίνδυνο διαχωρισμό εντός του ίδιου του Σώματος.
Διότι γεννάται το εύλογο ερώτημα:
Οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε μη ένστολες υπηρεσίες δεν είναι αστυνομικοί; Δεν προσφέρουν; Δεν βιώνουν τις ίδιες πιέσεις και απαιτήσεις του επαγγέλματος;
Η Ελληνική Αστυνομία δεν αποτελείται μόνο από «ένστολους» με τη στενή έννοια του όρου. Αποτελείται από ένα σύνολο υπηρεσιών, ρόλων και αποστολών που λειτουργούν συμπληρωματικά. Η απαξίωση οποιουδήποτε κρίκου αυτής της αλυσίδας δεν ενισχύει το Σώμα — το αποδυναμώνει.
Επιπλέον, η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων γύρω από την εικόνα της στολής αγγίζει τα όρια της επιφανειακής προσέγγισης. Διότι η ουσία δεν βρίσκεται στο πόσο συχνά τη φορά κάποιος, αλλά στο πώς υπηρετεί το λειτούργημά του.
Άλλωστε, δεν περνά απαρατήρητο ότι σε κρίσιμες στιγμές διεκδικήσεων και κινητοποιήσεων, υπάρχουν εκείνοι που επιλέγουν να εμφανίζονται με τη στολή τους, εκπέμποντας σαφές μήνυμα παρουσίας και ευθύνης. Και υπάρχουν και εκείνοι που επιλέγουν μια διαφορετική εικόνα.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι ενδυματολογικό.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ένα:
Η στολή δεν κάνει τον αστυνομικό.
Και η απουσία της δεν τον ακυρώνει.
Τον αστυνομικό τον ορίζουν η προσφορά, η συνέπεια και το έργο του.
Ο δημόσιος διάλογος χρειάζεται επιχειρήματα, όχι διαχωρισμούς. Χρειάζεται ενότητα, όχι τεχνητές αντιθέσεις. Και κυρίως, χρειάζεται σεβασμό σε όλους όσοι υπηρετούν, από οποιαδήποτε θέση.
Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι ποιος φορά περισσότερο τη στολή.
Αλλά ποιος υπηρετεί ουσιαστικά το Σώμα και τους ανθρώπους του.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments