Πρακτική σκοποβολή και αστυνομική εκπαίδευση: Όταν ο αγώνας παρουσιάζεται ως «σχολείο» του δρόμου

Η ολοκλήρωση του 4ου Πανελλήνιου Κυπέλλου Πρακτικής Σκοποβολής Αστυνομικών έδωσε αφορμή για μια συζήτηση που αξίζει να γίνει σοβαρά και χωρίς προσωπικές αντιπαραθέσεις: είναι η αγωνιστική πρακτική σκοποβολή το ίδιο πράγμα με την επιχειρησιακή εκπαίδευση ενός αστυνομικού;
Αφορμή αποτέλεσε δημόσια ανάρτηση αστυνομικού που υπηρετεί και ως εκπαιδευτής στην ΟΠΚΕ, στην οποία εκφράζεται απογοήτευση για τη μικρή συμμετοχή υπηρεσιών πρώτης γραμμής, όπως η ΔΙ.ΑΣ. και η Άμεση Δράση, στους συγκεκριμένους αγώνες.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι μέσα από την πρακτική σκοποβολή καλλιεργούνται δεξιότητες άμεσα συνδεδεμένες με το αστυνομικό επάγγελμα, αναφέροντας μεταξύ άλλων τη διαχείριση στρες, τις βολές από διαφορετικές θέσεις και στάσεις, τη γρήγορη κίνηση, τις αλλαγές γεμιστήρα και την αντιμετώπιση εμπλοκών.
Μέχρι εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον πεδίο συζήτησης.
Το ζήτημα αρχίζει όταν η αγωνιστική πρακτική σκοποβολή εμφανίζεται περίπου ως μέτρο αξιολόγησης της επιχειρησιακής επάρκειας ενός αστυνομικού.
Άλλο ο αγώνας, άλλο ο δρόμοςΗ πρακτική σκοποβολή μπορεί αναμφίβολα να καλλιεργεί επιμέρους δεξιότητες χρήσιμες για έναν ένοπλο αστυνομικό.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένας καλός αγωνιστικός σκοπευτής είναι και καλύτερα προετοιμασμένος για κάθε πραγματικό αστυνομικό περιστατικό.
Άλλο αγωνιστική πρακτική σκοποβολή και άλλο ολοκληρωμένη υπηρεσιακή και επιχειρησιακή εκπαίδευση.
Στον αγώνα υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες, προκαθορισμένο περιβάλλον, στόχοι και διαδικασίες ασφαλείας.
Στην πραγματική αστυνομική δράση υπάρχουν πολίτες, συνάδελφοι, απρόβλεπτες κινήσεις, διαφορετικές απειλές και κυρίως η υποχρέωση ο αστυνομικός να αποφασίσει αν, πότε και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται η χρήση του όπλου του.
Γι' αυτό και η τεχνική ικανότητα στη χρήση ενός όπλου αποτελεί μόνο ένα μέρος της συνολικής επιχειρησιακής επάρκειας.
Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα για έναν εκπαιδευτήΌταν μάλιστα αυτή η άποψη εκφράζεται από άνθρωπο με ιδιότητα εκπαιδευτή, ο πήχης της δημόσιας τοποθέτησης ανεβαίνει.
Στην ίδια ανάρτηση υπάρχουν χαρακτηρισμοί για συναδέλφους ως «ανεπαρκείς», αναφορές ότι φοβούνται μήπως «φανεί η γύμνια τους», ειρωνείες για όσους χρειάζονται «τρία δευτερόλεπτα» για να βγάλουν το όπλο τους και αναφορές σε εκείνους που, όπως γράφεται, «έχουν δει τον δρόμο στο Google Maps».
Υπάρχει ακόμη η αιχμή για όσους υποστηρίζουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν όταν χρειαστεί, ενώ κατά τον συντάκτη της ανάρτησης «ρίχνουν με φρέντο καπουτσίνο ακίνητοι».
Και εδώ το θέμα παύει να αφορά αποκλειστικά την πρακτική σκοποβολή.
Αφορά και τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης.
Ο ανεπαρκής αστυνομικός χρειάζεται ειρωνεία ή περισσότερη εκπαίδευση;Αν πράγματι υπάρχουν αστυνομικοί πρώτης γραμμής που δεν διαθέτουν το επιθυμητό επίπεδο δεξιοτήτων, τότε αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό υπηρεσιακό ζήτημα.
Αλλά ποια πρέπει να είναι η απάντηση;
Να ειρωνευτούμε τον αστυνομικό που υστερεί ή να αναρωτηθούμε γιατί υστερεί και πόση πραγματική εκπαίδευση τού παρέχει η ίδια η Υπηρεσία;
Αν ένας αστυνομικός χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αντιδράσει, ο ρόλος του εκπαιδευτή είναι ακριβώς να τον βοηθήσει να γίνει καλύτερος.
Να εντοπίσει τα λάθη.
Να διορθώσει τις αδυναμίες.
Να μεταδώσει γνώση.
Να δημιουργήσει ασφαλέστερους και αποτελεσματικότερους αστυνομικούς.
Η αδυναμία του εκπαιδευόμενου είναι ο λόγος ύπαρξης της εκπαίδευσης, όχι αφορμή για τη δημόσια απαξίωσή του.
Αν η πρακτική σκοποβολή είναι τόσο απαραίτητη, γιατί δεν αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης;Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει από την ίδια την ανάρτηση.
Εφόσον θεωρείται ότι η πρακτική σκοποβολή προσφέρει τόσο κρίσιμες δεξιότητες για τους αστυνομικούς της ΔΙ.ΑΣ., της Άμεσης Δράσης και άλλων μάχιμων υπηρεσιών, τότε η συζήτηση δεν πρέπει να σταματήσει στο γιατί οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δεν συμμετέχουν εθελοντικά σε έναν αγώνα.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι:
Ποιες από αυτές τις τεχνικές έχει ενσωματώσει επισήμως η ΕΛ.ΑΣ. στην εκπαίδευσή της;
Πόσο συχνά εκπαιδεύεται ένας αστυνομικός πρώτης γραμμής στη χρήση του υπηρεσιακού του οπλισμού;
Υπάρχει επαρκής επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση;
Υπάρχουν οι κατάλληλες εγκαταστάσεις, εκπαιδευτές, πυρομαχικά και χρόνος;
Και εάν υπάρχουν αποδεδειγμένα χρήσιμα στοιχεία της πρακτικής σκοποβολής, γιατί να εξαρτάται η εξάσκησή τους από το αν ένας αστυνομικός θα αποφασίσει να γίνει αγωνιστικός σκοπευτής;
Η συζήτηση που αξίζει να γίνειΤο ερώτημα λοιπόν δεν είναι εάν η πρακτική σκοποβολή είναι «καλή» ή «κακή».
Ούτε χρειάζεται να απαξιωθούν οι αστυνομικοί που συμμετέχουν και επενδύουν προσωπικό χρόνο για να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους.
Η πραγματική συζήτηση είναι πολύ σοβαρότερη:
Ποια εκπαίδευση χρειάζεται ο σύγχρονος αστυνομικός πρώτης γραμμής και ποιος έχει την ευθύνη να του την παρέχει;
Και όταν ένας εκπαιδευτής διαπιστώνει ότι συνάδελφοί του είναι ανεπαρκώς προετοιμασμένοι, ίσως το σημαντικότερο δεν είναι να τους καλέσει να αποδείξουν την αξία τους στον επόμενο αγώνα.
Είναι να αναρωτηθούμε τι πρέπει να αλλάξει στην ίδια την εκπαίδευση, ώστε στον πραγματικό δρόμο κανένας αστυνομικός να μη χρειάζεται να στηρίζεται ούτε στην τύχη ούτε στις προσωπικές του πρωτοβουλίες για να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος.
Δημήτριος Καραγιαννόπουλος
Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments