Ο Λιαγκούας δεν ήταν τρελός…
Ο Λιαγκούας δεν ήταν μυθικό πρόσωπο. Ήταν η επιτομή της αγαθότητας. Της χρηστότητας, της καλοσύνης. Πρόσωπο με λασκαρισμένες τις βίδες του κεντρικού νευρικού του συστήματος όπως θα έλεγαν οι γνωστικοί.
Όχι πολύ, αλλά τόσο, όσο να φαίνεται γραφικός, χωρίς επιθετικότητα ώστε να γίνεται επικίνδυνος. Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Δεν πείραζε κανέναν, αλλά ήθελε να τον ακούς. Μη τυχόν και έπεφτε στην αντίληψή του, με το δικό του πάντα σκεπτικό ότι αγνοείς το λόγο του.
Πάντοτε μεταξύ σοβαρού και αστείου ήταν εντός θέματος της επικαιρότητας. Είχε όμως το δικό του σκεπτικό και το μαντάτο το απολάμβανες. Όλα τα θεωρούσε είδηση. Στην απεραντοσύνη του μυαλού του χωρίς ειρμό, ανάκατα προσέδιδε μια χαοτική προσέγγιση στο γεγονός, αλλά πάντα στο τέλος ικανοποιούσε το κοινό του προβληματίζοντάς το.
«Λες να είναι έτσι ψαχνόμασταν…». Θάνατος ήταν, γεννητούρια, πόλεμος, βροχή, κρύο, ζέστη. Εννιά είχε ο μήνας κατά την κρίση μας…. Ήξερε ο κιαρατάς που θα εμφανιστεί. Στην πολύ συνάφεια του κόσμου. Τον μαζωμό του πλήθους από ένστικτο τον αντιλαμβάνονταν και όδευε προς τα κει.
Κάθε Τετάρτη π.χ. από νωρίς βρίσκονταν στα σφαγεία που ήταν η μέρα σφαγής των αμνοεριφίων. Το τίμημα μιας συκωταριάς, ήταν γι’ αυτόν αξεπέραστη ικανοποίηση. Άσχετα αν κι αυτός με την σειρά του την χάριζε. Τις Κυριακές στο γήπεδο. Τα Σάββατα στην αγορά.
Ζούσε υπο την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως, αλλά με τους δικούς του κανόνες. Δεν νήστευε ποτέ Τετάρτες και Παρασκευές, έτσι για να εκνευρίζει τις μοναχές. Ήταν αγνώστου πατρός και μητρός και οι γερόντισσές τον φρόντιζαν. Ποια κοινωνική μέριμνα στην δεκαετία του 70.
Διακονούσε και αυτός με τον τρόπο του, συμμετέχοντας στις δουλειές του μοναστηριού. Όχι όμως για πολύ. Χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση ήταν σπάνιο φαινόμενο οι γνώσεις του, ακόμη και με τον δικό του τρόπο που τις διοχέτευε.
Οι φήμες τον ήθελαν απόγονο ενός Γερμανού κατακτητή και μιας μοναχής της περιοχής που ξεστράτισε. Ονόματι Μαριάνθη η οποία μετά την γέννησή του εξαφανίστηκε και από την γέννησή του βρέθηκε στο ορφανοτροφείο της Μονής.
Μεγαλώνοντας έπαιρνε τα ανδρικά χαρακτηριστικά ενός ωραίου άνδρα. Ψηλός αθλητικός, γαλανομάτης με λευκή επιδερμίδα και οι φήμες περί την Γερμανική του καταγωγή, όλο και ενισχύονταν.
Είχε περάσει καιρός που ο Λιαγκούας, αγνώστων λοιπών στοιχείων χάθηκε από την πιάτσα και όλοι ανησύχησαν στην μικρή κοινωνία της πόλης μέχρι που ξεχάστηκε το γεγονός!
Ο Λιαγκούας δεν ήταν τρελός! Ήταν άτομο που κινούνταν ανάμεσα στην κανονικότητα και την διαφορετικότητα. Στο φάσμα του αυτισμού δηλαδή. Που να γνώριζες την εποχή εκείνη τι σημαίνει ΔΑΦ (διαταραχή αυτιστικού φάσματος);
Ο Johanns και Μαριάνθη που τον ακολούθησε μετά τον πόλεμο στην Γερμανία επέστρεψαν και τον αναζήτησαν. Είχαν αφήσει κάτι πίσω τους… Ο Johanns ήταν ψυχίατρος, δεν ήθελε τον πόλεμο, αλλά βρέθηκε στη χώρα μας εξ ανάγκης.
Ο Πήτερ όπως ήταν το όνομα του γραφικού Λιαγκούα, αν και έχασε είκοσι χρόνια εκπαίδευσης και θεραπείας στάθηκε στα πόδια του.
Αν ζούσε σήμερα ο Λιαγκούας, γιατί έφυγε νέος και έβλεπε τηλεόραση, θα επαναστατούσε...
Υ.Γ. Δύσκολο αλλά το πραγματεύομαι για έναν μελλοντικό μύθο
Νίκος Καραδήμας

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments