«Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης» – Το παράδοξο της συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης στην ΕΛ.ΑΣ.
Σε μια περίοδο όπου οι αστυνομικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρά οικονομικά και θεσμικά προβλήματα, η συνδικαλιστική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ. δείχνει να κινείται όλο και περισσότερο σε ένα γνώριμο, αλλά επικίνδυνο μοτίβο: έντονες καταγγελίες, βαριές εκφράσεις και δημόσιες επιθέσεις, που όμως συχνά αφήνουν αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα για ουσία, ευθύνη και συνέπεια.
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις ομάδων συνδικαλιστών, με αιχμές περί έλλειψης διαφάνειας, οικονομικής διαχείρισης και «συνδικαλιστικής ελίτ», αναδεικνύουν μια εικόνα έντονης εσωστρέφειας. Καταγγελίες για «φιέστες», αδιαφανείς δαπάνες και αποκοπή από τη βάση συνοδεύονται από αποχές, δημόσια ξεσπάσματα και προσωπικές επιθέσεις, σε ένα κλίμα που περισσότερο θυμίζει πολιτική σύγκρουση παρά θεσμική λειτουργία ενός συνδικαλιστικού οργάνου.
Την ίδια στιγμή, όμως, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο παράδοξο: πολλοί από εκείνους που σήμερα καταγγέλλουν πρακτικές και συμπεριφορές, υπήρξαν για χρόνια μέρος του ίδιου συστήματος που τώρα επικρίνουν. Η γνωστή λαϊκή ρήση «φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης» φαίνεται να αποτυπώνει εύστοχα αυτή τη διπλή στάση, όπου η ένταση του λόγου λειτουργεί περισσότερο ως μέσο πολιτικής πίεσης και λιγότερο ως ειλικρινής διάθεση αυτοκριτικής ή αλλαγής.
Αφορμές όπως η διοργάνωση συνεδρίων, οι επιλογές φιλοξενίας συνέδρων ή η κατανομή πόρων, μετατρέπονται εύκολα σε πεδίο σύγκρουσης, με καταγγελίες περί «πατρικίων και πληβείων» ή «διχαστικών πρακτικών». Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές –όπως επισημαίνεται ακόμη και από τις ίδιες τις πλευρές– δεν αποτελούν καινοφανές φαινόμενο, αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο ετών, γεγονός που εντείνει το ερώτημα: γιατί σήμερα και με ποια αφετηρία η ένταση αυτή;
Το πρόβλημα φαίνεται να είναι βαθύτερο. Δεν αφορά μόνο πρόσωπα ή συγκυρίες, αλλά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του συνδικαλισμού στο χώρο της Αστυνομίας. Έναν συνδικαλισμό που, αντί να εστιάζει αποκλειστικά στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της καθημερινότητας του μάχιμου αστυνομικού, συχνά εγκλωβίζεται σε εσωτερικές ισορροπίες, προσωπικές στρατηγικές και αντιπαραθέσεις εντυπώσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο απλός αστυνομικός –εκείνος που «μετά τις 10 του μήνα» παλεύει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του– παρακολουθεί έναν διάλογο που δύσκολα τον εκφράζει. Οι μεγάλες κουβέντες για «διαφάνεια», «ενότητα» και «εκπροσώπηση» χάνουν το βάρος τους όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις και συνέπεια.
Η επόμενη μέρα του συνδικαλιστικού κινήματος στην ΕΛ.ΑΣ. θα κριθεί όχι από το ποιος φωνάζει περισσότερο, αλλά από το ποιος μπορεί να πείσει ότι λειτουργεί με καθαρούς όρους, χωρίς επιλεκτική μνήμη και χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά. Γιατί σε τελική ανάλυση, η αξιοπιστία δεν χτίζεται με καταγγελίες — αλλά με στάση και διαδρομή.

Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments