Η Ελληνική Γλώσσα ως Εθνική Στρατηγική: Από την UNESCO στην Πραγματικότητα των Κλειστών Εδρών
https://www.katehacker.gr/2026/02/unesco.html
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας πριν λίγες ημέρες, μου ζητήθηκε από την Εστία να γράψω για την (εν δυνάμει) δύναμή της και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι έδρες νεοελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό, σε ένα ολοένα και πιο εχθρικό περιβάλλον για τις ανθρωπιστικές σπουδές γενικότερα:
Του ΚΩΝ/ΝΟΥ ΜΗΤΡΟΥΔΗ
«Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μας. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου».
Με αυτά τα λόγια ο Οδυσσέας Ελύτης, κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979, συνόψισε την ουσία αυτού που γιορτάσαμε στις 9 Φεβρουαρίου: την Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας. Μια ημέρα μνήμης του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, η οποία φέτος απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που ο εορτασμός πραγματοποιήθηκε υπό το φως της πρόσφατης, ιστορικής απόφασης της UNESCO τον περασμένο Νοέμβριο, να αναγνωρίσει επίσημα τη μοναδική «συνεισφορά της ελληνικής γλώσσας στον παγκόσμιο πολιτισμό». Πρόκειται για μια διεθνή σφραγίδα που μετατρέπει την επέτειο από ένα στενό, τοπικό γεγονός σε μια οικουμενική διαπίστωση και την οριστική επιβεβαίωση ότι η γλώσσα μας αποτελεί το βαρύτερο «όπλο» της διπλωματίας μας, αλλά ταυτόχρονα και αφορμή αναστοχασμού για το μέλλον της.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, οι χώρες δεν αναμετρώνται πια μόνο στο πεδίο των εξοπλισμών, αλλά και στην αρένα της παγκόσμιας επιρροής. Μέσα στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης, όπου το «ισχυρό» τείνει να επιβάλλεται στο «αυθεντικό», κάθε έθνος πασχίζει να επιβιώσει επιδεικνύοντας τα δικά του ιδιαίτερα όπλα. Για την Ελλάδα, η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας, αλλά η πολύτιμη πνευματική της πανοπλία και η υπέρτατη μορφή «ήπιας ισχύος» (soft power), μια πραγματικότητα που οφείλουμε επιτέλους να αντιληφθούμε στον πυρήνα της, αν θέλουμε να χαράξουμε μια εθνική στρατηγική με ορίζοντα και διάρκεια.
Κι αυτό γιατί η γλώσσα μας δεν υπήρξε ποτέ ένα ουδέτερο μέσο επικοινωνίας. Είναι ο φορέας των Κλασικών Γραμμάτων που θεμελίωσαν τον Δυτικό Πολιτισμό και το όχημα της Καινής Διαθήκης που διαμόρφωσε την οικουμενική πνευματικότητα. Είναι το όραμα του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος βλέποντας πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του νεοσύστατου κράτους, οραματιζόταν να καταστήσει την Ελλάδα τους «Δελφούς της ανθρωπότητας», έναν παγκόσμιο φάρο πολιτισμού που θα ακτινοβολεί αξίες σε μια εποχή που η ισχύς μετριέται πια με το βάθος της μνήμης.
Ωστόσο, αυτός ο φάρος καλείται να φωτίσει σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο εχθρικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές. Παρατηρούμε μια παγκόσμια τάση υποβάθμισης των κλασικών σπουδών, καθώς τα πανεπιστήμια στρέφονται μονοσήμαντα προς την τεχνοκρατική εκπαίδευση.
Για παράδειγμα πρόσφατα, η είδηση για την αναστολή του προγράμματος Κλασικών Σπουδών (Ελληνικών και Λατινικών) στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα στον Καναδά προκάλεσε σοκ, καθώς μια ιστορική έδρα θυσιάστηκε στον βωμό της «χαμηλής ζήτησης». Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το παράδειγμα από το Πανεπιστήμιο Texas A&M στις ΗΠΑ, όπου νέοι κανονισμοί εξόρισαν τον Πλάτωνα από τη διδακτέα ύλη τμημάτων Φιλοσοφίας. Όταν ο Πλάτωνας εξορίζεται από την ίδια του την «πατρίδα», τη Φιλοσοφία, τότε η ανάγκη να προστατεύσουμε εμείς τη γλώσσα μας δεν είναι πια ζήτημα ρομαντισμού, αλλά πολιτιστικής επιβίωσης.
Και όταν το επιχείρημα για το κλείσιμο των εδρών είναι η έλλειψη «ζήτησης», τότε οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν επιτέλους πώς χτίζεται η ήπια ισχύς στον 21ο αιώνα. Δεν είναι δυνατόν, σε έναν κόσμο όπου το Χόλιγουντ "ανακυκλώνει" την Οδύσσεια σχεδόν κάθε χρόνο και γείτονας χώρα κατακλύζει μέχρι και το Netflix με παραγωγές αμφίβολου πολιτιστικού επιπέδου αλλά υψηλής παραγωγής και διεισδυτικότητας, να λέμε ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Η ζήτηση δημιουργείται, δεν προκύπτει τυχαία και η ήπια ισχύς ενός κράτους επιβάλλεται, δεν έρχεται μόνη της. Όταν η Ελλάδα απουσιάζει από τη σύγχρονη οπτικοακουστική και πολιτιστική παραγωγή, αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε άλλους να οικειοποιούνται ή να παραποιούν την κληρονομιά της, την ώρα που το κράτος δηλώνει αδυναμία χρηματοδότησης.
Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική ηγεσία της χώρας μας οφείλει να δράσει με ταχύτητα που υπερβαίνει τα εθιμοτυπικά ευχολόγια. Η υφυπουργός Παιδείας, κα Ζαχαράκη, χαρακτήρισε πρόσφατα την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό «σταθερή και διαχρονική προτεραιότητα», προαναγγέλλοντας συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης.
Ωστόσο, πίσω από τις αισιόδοξες διακηρύξεις, ανακύπτει ένα αμείλικτο ερώτημα: Ποια είναι η τύχη των Νεοελληνικών Σπουδών όταν η βιωσιμότητά τους φαίνεται να εξαρτάται από γεωγραφικές και οικονομικές συγκυρίες; Η πραγματικότητα αποτυπώνει μια πικρή αντίθεση. Ενώ στις ΗΠΑ οι έδρες επιδεικνύουν ανθεκτικότητα, βασιζόμενες πιθανότατα και σε ισχυρά ιδιωτικά κληροδοτήματα, και στην Κίνα γνωρίζουν μια απροσδόκητη άνθηση λόγω στρατηγικών επενδύσεων από μέρους μας, στην Ευρώπη η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Στη «Γηραιά Ήπειρο», ιστορικά τμήματα συρρικνώνονται ή κλείνουν, καθώς το ελληνικό κράτος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να στηρίξει έμπρακτα την παρουσία της γλώσσας στα πανεπιστήμια, αφήνοντάς τα έκθετα στις δημοσιονομικές περικοπές.
Το πρόβλημα μεταφέρεται αυτούσιο και στη βάση της πυραμίδας: τα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού. Γονείς από εννέα ευρωπαϊκές χώρες έστειλαν πρόσφατα «καμπανάκι» στον Πρωθυπουργό, καταγγέλλοντας την απαξίωση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Στη Γερμανία, τη «ναυαρχίδα» του απόδημου ελληνισμού, σχολεία υπολειτουργούν γιατί δεν υπάρχουν δάσκαλοι.
Οι αριθμοί δυστυχώς είναι αμείλικτοι: Οι αποσπάσεις εκπαιδευτικών καθυστερούν δραματικά, με αποτέλεσμα να χάνονται χιλιάδες διδακτικές ώρες. Επιπλέον, το ειδικό επιμίσθιο των εκπαιδευτικών έχει παραμείνει καθηλωμένο εδώ και χρόνια, καθιστώντας την επιβίωση ενός δασκάλου σε πόλεις όπως το Μόναχο ή το Λονδίνο πρακτικά αδύνατη. Πώς μπορούμε να μιλάμε για «soft power» και «πολιτιστική διπλωματία», όταν οι άνθρωποι που καλούνται να διδάξουν τη γλώσσα μας αντιμετωπίζονται ως φτωχοί συγγενείς;
Η Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας δεν μπορεί να εξαντλείται σε επετειακά βίντεο και θεσμικά ευχολόγια. Σε μια εποχή παγκόσμιας πολιορκίας των ανθρωπιστικών αξιών και έντονου ανταγωνισμού, η Ελλάδα δεν αρκεί να είναι ένας παθητικός θεματοφύλακας του παρελθόντος, μα έχει το χρέος να λειτουργήσει ως ένα δυναμικό πνευματικό ανάχωμα.
Οφείλουμε να στηρίξουμε έμπρακτα τις έδρες μας, να θωρακίσουμε τα σχολεία μας στο εξωτερικό και να δώσουμε στους δασκάλους μας τα εφόδια να κρατήσουν τη φλόγα αναμμένη, καθιστώντας τα ελληνικά ξανά μια γλώσσα επιλογής και γοήτρου. Γιατί η γλώσσα μας δεν είναι ένα απολιθωμένο σύνολο κανόνων, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε στον κόσμο με το δικό μας, διακριτό ανάστημα. Όπως το έθεσε μοναδικά ο Νικηφόρος Βρεττάκος, υπενθυμίζοντάς μας πως κάθε μας λέξη είναι ένας κρίκος σε μια χρυσή αλυσίδα αιώνων:
…Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμαχίσαν σε κρίκους, την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε
Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια
κι άλλα κοσμήματα.
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν το χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι συμμετέχω
στον κόσμο.
Σκεφτείτε:
Είπα και έγραψα «Αγαπώ».


Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments